Δεν μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει
“Χαλάρωσα το χρυσαφένιο κασκόλ, που δεν έβγαζε ποτέ. Του έβρεξα τους κροτάφους και του έδωσα να πιει. Και τώρα δεν τολμούσα πια να τον ρωτήσω το παραμικρό. Με κοίταξε σοβαρά και τύλιξε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό μου. Ένιωθα την καρδιά του να χτυπάει σαν του πουλιού, που πεθαίνει χτυπημένο από καραμπίνα. Μου είπε:
– Χαίρομαι που βρήκες αυτό, που έλειπε από τη μηχανή σου. Θα μπορέσεις να γυρίσεις στο σπίτι σου…
(…) Κι εγώ σήμερα θα επιστρέψω στο σπίτι μου…
Κι ύστερα, λυπημένα:
– Είναι πολύ πιο μακριά… πολύ πιο δύσκολο…
Ένιωθα καθαρά πως συνέβαινε κάτι το ιδιαίτερο. Τον έσφιγγα στην αγκαλιά μου σαν μικρό παιδί, κι όμως, αισθανόμουν πως γλιστρούσε κατακόρυφα σε μιαν άβυσσο χωρίς να μπορώ να τον συγκρατήσω…
Είχε βλέμμα σοβαρό, χαμένο κάπου μακριά.
(…)
– Μικρούλη, φοβήθηκες…
Φυσικά κι είχε φοβηθεί. Όμως, γέλασε τρυφερά:
– Σήμερα το βράδυ θα φοβηθώ ακόμα παραπάνω…
Με πάγωσε πάλι η αίσθηση του αναπόφευκτου. Και κατάλαβα πως μου ήταν ανυπόφορη η σκέψη να μην ξανακούσω ποτέ αυτό το γέλιο. Ήταν για μένα μια πηγή μέσα στην έρημο.
(…)
– Μικρούλη, πες μου πως ήταν ένα κακό όνειρο αυτή η ιστορία με το φίδι, το ραντεβού και τ’ αστέρι…
(…)
– Για όλους τους ανθρώπους τ’ αστέρια δεν είναι τα ίδια. Για εκείνους που ταξιδεύουν, τ’ αστέρια είναι οδηγοί. Για κάποιους άλλους, δεν είναι παρά μικρά φωτάκια. Για άλλους, που είναι σοφοί, είναι προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου, ήταν χρυσάφι. Όμως, όλ’ αυτά τ’ αστέρια σωπαίνουν. Εσύ θα έχεις τ’ αστέρια, που δεν έχει κανένας… Εσύ θα έχεις αστέρια, που ξέρουν να γελάνε.
(…)
– Απόψε… ξέρεις… μην έρθεις.
– Δε θα σ’ αφήσω.
– Θα δείχνω σα να πονάω… θα δείχνω κάπως σα να πεθαίνω. Έτσι είναι. Αυτό μην έρθεις να το δεις, δεν αξίζει τον κόπο.
(…)
Εκείνη τη νύχτα δεν τον είδα να φεύγει. Ξεγλίστρησε αθόρυβα. Όταν κατάφερα να τον προφτάσω, προχωρούσε αποφασιστικά, με γρήγορο βήμα.
(…) Μ’ έπιασε απ’ το χέρι. Μα τον βασάνιζε ακόμα η ίδια σκέψη:
– Δεν κάνεις καλά. Θα στενοχωρηθείς. Θα φαίνομαι σαν πεθαμένος και δε θα είναι αλήθεια…
Εγώ σώπαινα.
– Καταλαβαίνεις. Είναι πολύ μακριά. Δεν μπορώ να κουβαλήσω τούτο το κορμί. Είναι πολύ βαρύ.
(…)
Έχασε κάπως το κουράγιο του. Έκανε, όμως, ακόμα μια προσπάθεια:
– Θα είναι καλά, ξέρεις. Κι εγώ θα κοιτάζω τ’ αστέρια. Όλα τ’ αστέρια θα είναι πηγάδια με σκουριασμένο μαγκάνι. Όλα τ’ αστέρια θα μου δίνουν να πιω…
Εγώ σώπαινα.
(…)
Και σώπασε κι αυτός, γιατί έκλαιγε…
– Εκεί είναι. Άσε με να προχωρήσω μόνος μου.
Και κάθισε γιατί φοβόταν.
Είπε ακόμα:
– Ξέρεις… το λουλούδι μου… είμαι υπεύθυνος. Κι είναι τόσο ανυπεράσπιστο. Κι είναι τόσο αθώο. Έχει τέσσερα τιποτένια αγκάθια για να προστατεύεται απ’ όλο τον κόσμο…
(…)
Δίστασε λίγο ακόμα, έπειτα σηκώθηκε. Έκανε ένα βήμα. Εγώ δεν μπορούσα να κουνήσω.
Φάνηκε μόνο μια κίτρινη αστραπή κοντά στον αστράγαλό του. Έμεινε μια στιγμή ασάλευτος. Δε φώναξε. Έπεσε μαλακά, όπως πέφτει ένα δέντρο. Ούτε καν ακούστηκε, γιατί ήταν η άμμος.”
* απόσπασμα από τον Mικρό Πρίγκιπα του Antoine de Saint-Exupéry (29.06.1900 – 31.07.1944), με εικονογράφηση από τον συγγραφέα, σε μετάφραση Μελίνας Καρακώστα (εκδ. Πατάκη, Ιούλιος 2018 > πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδ. Gallimard, Παρίσι, 1943)





