politis

W. Churchill: “Η Γερμανία μετέφερε τον Λένιν στη Ρωσία σε σφραγισμένο βαγόνι, σα να ήταν βάκιλος της πανούκλας”

Η Οκτωβριανή Επανάσταση τάραξε τη Ρωσία ως τα κατάβαθα και πρόβαλαν στην επιφάνεια τα κατώτερα στρώματα. Γύρω τους, η απέραντη Ρωσία, αγκομαχώντας από τους πόνους, γεννούσε τον καινούριο κόσμο.”, περιγράφει ο χρονικογράφος της, John Reed στις ‘Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο’ (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2009, σελ. 79, 52, 53).

Η εμπειρία του πολέμου, όπως η εμπειρία κάθε κρίσης στην ιστορία, κάθε καταστροφής και κάθε καμπής στη ζωή ενός ανθρώπου, θολώνει το μυαλό και λυγίζει το πνεύμα κάποιων, αλλά διαφωτίζει και χαλυβδώνει κάποιους άλλους.” Τα λόγια του ηγέτη των μπολσεβίκων μεταφέρει η Catherine Merridale στο βιβλίο της ‘Ο Λένιν στο τρένο’ (2016 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σε μετάφραση Μιχάλη Λαλιώτη, σελ. 147, 6, 7, 8).

Τον Απρίλιο του 1917, στο αποκορύφωμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου ο εξόριστος Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία ταξιδεύοντας με τρένο. Βρισκόταν στην Ελβετία καταδικασμένος σε εξορία από τα τσαρικά δικαστήρια. Ανυπομονούσε να δει την επανάσταση, την οποία προέβλεπε πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά όπως πολλοί σοσιαλιστές περίμενε ότι θα συνέβαινε κάπου στη δυτική Ευρώπη. Τους πρώτους μήνες του 1917 έφτασαν νέα για μεγάλης κλίμακας διαμαρτυρίες στη ρωσική πρωτεύουσα, Πέτρογκραντ. Ο τσάρος παραιτήθηκε. Η πρώτη προτεραιότητα του Λένιν ήταν να γυρίσει στην πατρίδα. Το πρόβλημα ήταν ότι βρισκόταν εγκλωβισμένος.

Ούτε η Βρετανία ούτε η Γαλλία είχαν τη διάθεση να τον βοηθήσουν στα ταξιδιωτικά του σχέδια. Ήξεραν ότι ήταν φανατικός εχθρός του πολέμου και όλη τους η διπλωματική προσπάθεια ήταν επικεντρωμένη στο να πείσουν τη Ρωσία, ελεύθερη ή μη, να παραμείνει στον πόλεμο, ώστε να μπορέσουν να νικήσουν. Η δύσκολη αυτή κατάσταση δεν άφηνε στον Λένιν παρά έναν μόνο δρόμο: να διασχίσει με τρένο τη Γερμανία, να περάσει με φέρυ στη Σουηδία και να συνεχίσει βόρεια μέχρι τα σύνορα στη Χαπαράντα. Ωστόσο, ο γερμανικός στρατός κατέσφαζε Ρώσους στρατιώτες στο Ανατολικό Μέτωπο από το 1914. Το δίλημμα του Λένιν έμοιαζε ανεπίλυτο. Αν περνούσε μέσα από τη Γερμανία, θα ήταν προδοσία· αν παρέμενε στην Ελβετία, θα αγνοούσε το κάλεσμα, που περίμενε σε όλη του τη ζωή.

Ο Λένιν διάλεξε, φυσικά, το πρώτο. Αυτό, που του το επέτρεψε ήταν η απροσδόκητη συνεργασία της γερμανικής ανώτατης διοίκησης. Το αδιέξοδο στα χαρακώματα είχε αναγκάσει όλες τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης να αναζητήσουν τρόπους να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση κάπου αλλού από το πεδίο της μάχης. Το 1917 μια μικρή ομάδα αξιωματούχων στο υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας είχε αρχίσει να σκέφτεται θετικά την ιδέα της χρήσης εξεγέρσεων για την αποσταθεροποίηση των εχθρών. Όταν αναφέρθηκε το όνομα του Λένιν, κατάλαβαν αμέσως πόσες δυνατότητες είχε να υποσκάψει την πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας.

Έκαναν δεκτή την απαίτησή του να τεθεί σε καθεστώς ετεροδικίας το βαγόνι, που θα μετέφερε την ομάδα του, αποκλεισμένο από τον έξω κόσμο ώστε να μην μπορεί να κατηγορηθεί για την παραμικρή επαφή με τον εχθρικό πληθυσμό. Ακόμα περισσότερο, εξασφάλισαν οικονομική υποστήριξη – τον διαβόητο ‘γερμανικό χρυσό’ – για κάποιες από τις επαναστατικές του επιχειρήσεις. Οι Γάλλοι και οι Βρετανοί γνώριζαν για το ταξίδι και, μολονότι δυσκολεύονταν να διακρίνουν τις διαδόσεις από την πραγματικότητα, η φήμη και μόνο του Λένιν ήταν αρκετή για να τους προκαλεί ανησυχία. Κάποιοι επέμεναν μέχρι και ότι έπρεπε να τον σταματήσουν, ίσως στα αρκτικά δάση της Σουηδίας. Όταν, όμως, ήρθε η στιγμή, κανένας δεν ήταν πρόθυμος να αναλάβει την ευθύνη και να πατήσει τη σκανδάλη.

Ο Winston Churchill σχολίασε: ‘Πρέπει να δείξει κανείς κατανόηση για τα απεγνωσμένα διαβήματα, στα οποία είχε προχωρήσει η γερμανική πολεμική ηγεσία. Εντούτοις, δεν έστρεψαν στη Ρωσία το πιο αποκρουστικό από όλα τα όπλα χωρίς μια αίσθηση δέους. Μετέφεραν τον Λένιν από την Ελβετία στη Ρωσία μέσα σε ένα σφραγισμένο βαγόνι, σα να ήταν βάκιλος της πανούκλας.’

Το οχταήμερο ταξίδι των πάνω από τριών χιλιάδων χιλιομέτρων τελείωσε στον σταθμό Φινλανδίας του Πέτρογκραντ. Ο Λένιν πέρασε ανάμεσα στις γραμμές των αφοσιωμένων του συντρόφων και τράβηξε να αλλάξει για πάντα τον ρου της ιστορίας της Ρωσίας.”

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού για κάποιους σήμανε το τέλος της ελπίδας και των μεγάλων οικουμενικών αφηγήσεων και για άλλους ότι η κοινωνία θα έπαιρνε μια περιεκτική, λογική κατεύθυνση.” Όπως και αν διαβάσουμε αυτή την εξέλιξη, προτείνουν οι M. Cox, K. Booth και T. Dunne (‘The Interregnum: Controversies in World Politics, 1989-99, Cambridge University Press, 1999) “Ο αντίκτυπος αυτού, που συνέβη στο πρώτο κράτος, όπου κυβερνούσαν οι εργάτες, με τον κεντρικό σχεδιασμό αντί για το κέρδος να διαμορφώνει τις επιλογές και τα αποτελέσματα, δε θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά σημαντικός. To μέλλον δοκιμάστηκε και απέτυχε, αφήνοντας τον κόσμο χωρίς μια σοβαρή συστημική εναλλακτική στον φιλελεύθερο καπιταλισμό. Το διακύβευμα στη Ρωσία ήταν ξεκάθαρα μνημειώδους σημασίας.

Σύμφωνα με τον T. J. Pempel, υπάρχουν δύο διακριτά είδη αναπτυσσόμενων κρατών. “Το ένα το συναντάμε στα λενινιστικά κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης, που διοικούσαν ιδεολόγοι γραφειοκράτες, οι οποίοι εκλάμβαναν την αποστολή τους με όρους μαρξιστικούς, ταξικούς και στόχους διαφορετικούς από την οικονομική αποδοτικότητα αυτή καθεαυτή.” Ύστερα από τη λήξη του εμφύλιου, τον κομμουνισμό του πολέμου διαδέχθηκε η Νέα Οικονομική Πολιτική, που ήταν περισσότερο προσανατολισμένη στην αγορά. “Μετά το 1921, η γεωργία, το λιανεμπόριο και η μικρής έκτασης βιομηχανία λειτουργούσαν στο πλαίσιο της αγοράς χωρίς κεντρικό έλεγχο, ενώ δεν ίσχυε το ίδιο για τις μεγάλες επιχειρήσεις, που αντιπροσώπευαν τα τρία τέταρτα της βιομηχανικής παραγωγής. H Eπιτροπή Κρατικού Σχεδιασμού κατάρτιζε υποχρεωτικά πλάνα απόδοσης για λίγες κρίσιμες επιχειρήσεις και οργάνωνε το κρατικό σύστημα παραγγελιών κατανέμοντας κεφάλαια και πιστώσεις. Κατά τα άλλα, ο καταμερισμός των περισσότερων πόρων, συμπεριλαμβανομένου του εργατικού δυναμικού καθοριζόταν από την αγορά.”

Στο πλαίσιο της ΝΕΠ, υποστηρίζει ο S. Smith (‘The Russian Revolution: a very short introduction’, Oxford; New York: Oxford University Press, 2002) “H τεϊλορική ιδέα της επιστημονικής διαχείρισης θεωρήθηκε απολύτως συμβατή με τον σοσιαλισμό και η εφαρμογή της άλλαξε όλο το νόημα της Επανάστασης. Δεν είχε πλέον να κάνει με την ισότητα, τη δικαιοσύνη, τη δύναμη του λαού ή τον διεθνισμό, όσο με την ικανότητα του κράτους να κινητοποιεί ανθρώπινους και κρατικούς πόρους για να υπερβεί την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση το συντομότερο δυνατό.”

To 1929 υποχρεωτικά πλαφόν αντικατέστησαν το σύστημα της αγοράς στην αγροτική παραγωγή, σηματοδοτώντας τον τερματισμό της ΝΕΠ. Ο Y. Gaidar (‘Collapse of an empire: lessons for modern Russia’, Washington, D.C.: Brookings Institution Press, 2007) συμπληρώνει ότι “Η οικονομική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης τις δεκαετίες 1930-1950 οφειλόταν στην ανακατεύθυνση στήριξης από τη γεωργία στη βιομηχανία. Μεγάλος αριθμός εργατών από την ύπαιθρο κλήθηκαν να βοηθήσουν στον κατασκευαστικό κλάδο. Το σοσιαλιστικό μοντέλο στα τέλη του 1920 – αρχές του 1930 έδινε την εντύπωση συνέχειας με την καθυστερημένη εκβιομηχάνιση της δύσης του 19ου αιώνα προς την αυγή του 20ου, που ήταν οργανωμένη από το κράτος και χρηματοδοτούταν εις βάρος της περιφέρειας. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία διευρύνθηκε και εντάθηκε, μοιάζοντας να ισοδυναμεί το 1945-1950 με επαναφορά της δουλείας. Η επιλογή του Στάλιν για αποκουλακοποίηση, κολλεκτιβοποίηση και επιστροφή στα δελτία τροφίμων έθεσε τις βάσεις της ανάπτυξης για χρόνια. Με τον θάνατό του το 1953, η αποτελεσματικότητα των παραδοσιακών σοσιαλιστικών μεθόδων διακυβέρνησης υποχώρησε. Σταδιακά, με την εκπνοή του 1950 και μπαίνοντας στο 1960, το σύστημα μεταμορφώθηκε σε αυτό, που ο Vitaly Naishul έχει αποκαλέσει ‘οικονομία των διαξιφισμών και τoυ συμβιβασμού’.”

Από τότε έως το 1985, συνεχίζει η R. Βrady (‘Kapitalizm: Russia’s struggle to free its economy’, Yale University Press, 1999), “Το ιδιωτικό επιχειρείν επίσημα απαγορευόταν και τιμωρούταν αυστηρά. Mέχρι να έρθει ο M. Gorbachev στην εξουσία, μπορούσε κανείς να βρει στη μαύρη αγορά εισιτήρια για το θέατρο, ρούχα, ακόμη και όπλα. Για να αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, οι διευθυντές των κρατικών επιχειρήσεων είχαν μάθει να συναλλάσσονται o ένας με τον άλλο ή με τα αρμόδια υπουργεία σχετικά με προμήθειες, εγκρίσεις ή εξαίρεση από κανόνες λειτουργώντας, σύμφωνα με τον Ρώσο οικονομολόγο, Vitaly Naishul στο πλαίσιο μιας ‘γραφειοκρατικής αγοράς’, στην οποία χρειαζόταν η ‘λήψη έγκρισης’ – κάτι που ευνοούσε τη διαφθορά.”

Ο R. Pomfret (‘Constructing a Market Economy: Diverse Paths from Central Planning in Asia and Europe’, Cheltenham: Edward Elgar Pub., 2002) εξηγεί ότι “Η κατάργηση των στόχων σε ό,τι αφορά την απόδοση και η πρόβλεψη για αυτοχρηματοδοτούμενες κρατικές επιχειρήσεις με τον σχετικό νόμο του 1987 θεωρείται συχνά το τέλος του κεντρικού σχεδιασμού, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των παραγγελιών εξακολουθούσε να προέρχεται από το κράτος και χρειάζονταν εγγυημένες εισροές. Σιγά – σιγά, καθώς ο Μ. Gorbachev επέτρεψε τους συνεταιρισμούς, τις κοινοπραξίες και τις εκμισθώσεις (leasing) – όλα μερικά βήματα προς την πλήρη προσωπική ιδιοκτησία – η πολιτική ελίτ άρχισε να συνηθίζει την ιδέα. Κανείς δεν πρόφερε τη λέξη τότε, όμως αυτές οι κινήσεις σηματοδότησαν τις πρώτες προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης να ξαναδημιουργήσει τον καπιταλισμό. Ήταν το 1990, που η ιδιωτικοποίηση αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής, ανοιχτής συζήτησης, όταν ο οικονομολόγος Grigory Yavlinsky την πρότεινε στο 500 ημερών πρόγραμμα μεταρρυθμίσεών του, που ήταν καταδικασμένο να αποτύχει.”

Ακολούθησαν ‘Τα Άγρια 1990’, δηλαδή, η πρώτη δεκαετία που έδωσε ένα πολύ προβληματικό σύστημα οιονεί αγοράς, το οποίο ο T. Gustafson (‘Capitalism Russian-Style’, Cambridge University Press, 1999) έχει χαρακτηρίσει “έρημη χώρα μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, η μετάβαση σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο αποτελούσε το επίσημο σενάριο – με τις αγορές και τον καπιταλισμό για σλόγκαν. Σύμφωνα με τον E. Keenan, ιστορικό του Harvard, ο ρωσικός καπιταλισμός θα ήταν για τον καπιταλισμό ό,τι ο ρωσικός σοσιαλισμός για τον σοσιαλισμό. Άλλοι είδαν αυτά τα δέκα χρόνια ως την αποκρουστική ιστορία της κατάρρευσης ενός παλιού καθεστώτος. Μια ελίτ ραντιέρηδων (rent-seeking) ξεπήδησε από τη σοβιετική νομενκλατούρα και υφάρπαξε την περιουσία της χώρας. Αυτό που έφτιαξαν δεν ήταν ελεύθερη οικονομία ή της αγοράς, αλλά ένα διεφθαρμένο κακέκτυπο – πελατειακό καπιταλισμό (crony capitalism), κάποιοι τον χαρακτήρισαν. Βασιζόταν σε οικονομικά – βιομηχανικά καρτέλ, μαφιόζικες συμμορίες και εκτεταμένο πλιάτσικο.”

O A. Åslund (‘How Capitalism was built’, Cambridge University Press, 2007) εξηγεί ότι “Οι μεταρρυθμιστές ήθελαν να εγκαθιδρύσουν μια κανονική οικονομία της αγοράς, αλλά οι ραντιέρηδες επιθυμούσαν να βγάλουν χρήματα τόσο από τις αποτυχίες της αγοράς όσο και του κράτους. Αρχικά, oι βασικοί ραντιέρηδες ήταν οι διευθυντές των κρατικών επιχειρήσεων και αξιωματούχοι, όμως σύντομα νέοι επιχειρηματίες ανέβηκαν στο κύμα και οι πιο πλούσιοι από αυτούς έγιναν ολιγάρχες.”

Η δημοσιογράφος Chrystia Freeland, σημερινή υπουργός Οικονομικών του Καναδά και αναπληρώτρια πρωθυπουργός του Justin Trudeau υπογράμμιζε στο βιβλίο της ‘Sale of the Century: The Inside Story of the Second Russian Revolution’ (London: Abacus, 2005) ότι “Υπήρχε μια μακιαβελική λογική στον τρόπο, που οι νεαροί μεταρρυθμιστές αποκρίθηκαν στους εγχώριους επιχειρηματίες και τις συνηθισμένες, διεφθαρμένες τους πρακτικές, που είχε ως εξής: ‘Ας τους αφήσουμε να κλέψουν, στη συνέχεια, θα γίνουν ιδιοκτήτες και ικανοποιητικοί διαχειριστές.’ Mια ακόμη διάσταση ήταν τα δάνεια, που δόθηκαν για την απόκτηση μετοχών. Δημιούργησαν τους ολιγάρχες πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν να τιθασεύσουν την απληστία και την πανουργία τους προς όφελος των σκοπών, που είχαν οι μεταρρυθμιστές. Πρώτα, χρησιμοποιώντας τους ως μέσο εναντίον των ‘κόκκινων’ διοικητών και έπειτα σαν εργαλείο στην καμπάνια του 1996. Οι συμβιβασμοί, που έκαναν τους επέτρεψαν όντως να πετύχουν τον κύριο στόχο τους: να δημιουργήσουν μια οικονομία της αγοράς. Όμως, τελικά βρήκαν μπροστά τους τη διαφθορά και τα ημίμετρα, που ανέχτηκαν. Οι σκοποί είχαν δικαιολογήσει τα μέσα, αλλά σύντομα τέθηκαν σε κίνδυνο από αυτά.”

Για τον T. Gustafson (‘Capitalism Russian-Style’, Cambridge University Press, 1999), τo κραχ του Αυγούστου του 1998 αποτέλεσε το δραματικό, συμβολικό κλείσιμο της περιόδου, που ξεκίνησε με το άνοιγμα στην αγορά τον Ιανουάριο του 1992. Aνάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία αναφοράς, τοποθετείται το παράδοξο πρώτο κεφάλαιο της αβέβαιης ανάδυσης της Ρωσίας στη μετασοβιετική εποχή.” Ο A. Aslund (‘How Capitalism was built’, Cambridge University Press, 2007), από την άλλη πλευρά, το χαρακτηρίζει “την κάθαρση, που η χώρα χρειαζόταν για να αναπτυχθεί η οικονομία της αγοράς με σημαντικά μαζικά χαρακτηριστικά, μακροοικονομική σταθερότητα με πλεονάσματα από το 2000 και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ό,τι ίσχυε μέχρι το 1998, μεταβλήθηκε στο αντίθετό του από ’κει και πέρα. Οι κύριοι ραντιέρηδες έως τότε, οι Ρώσοι ολιγάρχες πειθάρχησαν. Έγινε μια αξιοπρόσεχτη ‘εκκαθάριση’ των δημόσιων οικονομικών, με την κυβέρνηση να ισοσκελίζει γρήγορα τον κρατικό προϋπολογισμό – κυρίως περικόπτοντας τις επιδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις, μειώνοντας τις πραγματικές συντάξεις και συλλέγοντας κεντρικά τα φορολογικά έσοδα.”

Ο M. Goldman (‘Oilopoly’, Oxford: Oneworld, 2008) προσθέτει ότι “η απόφαση του 1998 για εισαγωγή ενός ενιαίου φόρου 13% στο εισόδημα, η υποτίμηση για το ρούβλι τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς που σήμανε αύξηση των εξαγωγών, o περιορισμός της αγοράς ενεργειακών προϊόντων και η άνοδος των τιμών που ακολούθησε είχαν ένα άμεσο και γρήγορο αντίκτυπο στους ολιγάρχες και τους μάνατζερ εταιρειών. Αύξησαν την παραγωγή μετά από έξι και πλέον χρόνια εκποίησης και μιας διστακτικότητας για έρευνα και ανάπτυξη στο εσωτερικό.”

Το 1999 ο D. Yergin αναρωτιόταν πού θα πήγαινε η Ρωσία με τη νέα ηγεσία, η οποία θα αναλάμβανε σύντομα: “Προς μια ανανεωμένη δέσμευση στην αγορά και μια στενότερη ενσωμάτωση στην παγκόσμια οικονομία ή θα επέστρεφε σε κάποιας μορφής κρατικό παρεμβατισμό;” Ο T. Gustafson (‘Capitalism Russian-Style’, Cambridge University Press, 1999) απάντησε το δεύτερο εκτιμώντας ότι η ισορροπία της πολιτικής ρητορικής είχε μετατοπιστεί ενάντια στις μεταρρυθμίσεις ανοίγματος στην αγορά και τη Δύση. “Ο κρατικός έλεγχος είναι το νέο σύνθημα των ημερών. Με το κραχ του Αυγούστου σαν η μαρκίζα πάνω από το πολιτικό θέατρο να άλλαξε απότομα. Η μετάβαση – που απέτυχε την προηγούμενη χρονιά – εξαφανίστηκε. Το πότε ενδεχομένως να αναζωογονηθεί είναι πολύ δύσκολο να το προσδιορίσει κανείς.”

Δεν ήταν ευοίωνη η αρχή για το νέο πρωθυπουργό, παρατηρούσε ο M. Goldman (‘Oilopoly’, Oxford: Oneworld, 2008). “Επιχειρήσεις έκλειναν, προσωπικό απολυόταν και η όλη ιδέα της αγοράς φαινόταν καταδικασμένη, ωστόσο η ανησυχία του Vl. Putin για τις οικονομικές δυσκολίες και την απώλεια του κύρους της υπερδύναμης προηγείται κατά πολύ της ανάληψης των καθηκόντων του.” Σε εργασία που υπέβαλε τον Ιούνιο του 1997 στο Ινστιτούτο Εξόρυξης της Αγίας Πετρούπολης και σε ένα μεταγενέστερο άρθρο, που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2006 “περιέγραψε ένα πλάνο, κάτι σαν ‘εγχειρίδιο του ιδιοκτήτη’ για την ανάκαμψη της Ρωσίας και την επιστροφή της στην άσκηση οικονομικής και πολιτικής επιρροής. Στη διατριβή του προέτρεπε την κυβέρνηση να ανακτήσει τον έλεγχο των άφθονων φυσικών πηγών ενέργειας – ιδιαίτερα των ορυκτών και των πρώτων υλών. Όπως σημείωνε ο ίδιος: ‘Ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης τους, το κράτος έχει το δικαίωμα να ρυθμίσει τη διαδικασία της εξέλιξης και χρήσης τους.’ Πρότεινε, ακόμη, την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για επενδύσεις και το τέλος της απομόνωσης από τις παγκόσμιες αγορές. ‘Η Ρωσία χρειάζεται να ανοίξει τις μέχρι σήμερα κλειστές της πόρτες, ωστόσο αυτοί οι επενδυτές πρέπει να καταλάβουν ότι η χώρα θα διατηρήσει τον λειτουργικό έλεγχο.’”

ο Vl. Putin πριν μιλήσει σε στρατεύματα στο Κρεμλίνο (27.06.2023) / Sergei Guneyev, Sputnik, AFP, Getty Ιmages [προεδρικές θητείες: 2000-2008 / πρωθυπουργός: 2008-2012 και εκ νέου πρόεδρος από το 2012 - επανεξελέγη για πέμπτη φορά στη θέση στις 17.03]

ο Vl. Putin πριν μιλήσει σε στρατεύματα στο Κρεμλίνο (27.06.2023) / Sergei Guneyev, Sputnik, AFP, Getty Ιmages [προεδρικές θητείες: 2000-2008 / πρωθυπουργός: 2008-2012 και εκ νέου πρόεδρος από το 2012 – επανεξελέγη για πέμπτη φορά στη θέση στις 17.03.24]

Σύμφωνα με τον M. Goldman (‘Oilopoly’, Oxford: Oneworld, 2008), η πιο σημαντική συνεισφορά του Vl. Putin στην οικονομική και πολιτική αναγέννηση της Ρωσίας ήταν η υιοθέτηση του όρου ‘εθνικοί πρωταθλητές’, που θα έβαζαν τα συμφέροντα του κράτους πάνω από τη μεγιστοποίηση του κέρδους. “Ήταν ο δικός του τρόπος να συνθέσει το δημόσιο με τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα. Kατανόησε ορθά ότι η Ρωσία είχε λίγα πράγματα στο οικονομικό και επιχειρηματικό της οπλοστάσιο εκτός από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και άλλα ορυκτά, που έπρεπε να αξιοποιηθούν με μαεστρία. Αυτό σήμαινε ότι στο εσωτερικό οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να παραμείνουν χαμηλές ως μια μορφή επιδότησης για τους πολίτες. Στις σχέσεις με άλλες χώρες ενδεχομένως συνεπαγόταν διακοπή των παραδόσεων σε περίπτωση άρνησης να υποστηρίξουν τη ρωσική εξωτερική πολιτική. Ακόμη κι έτσι, ο Vl. Putin επέμενε ότι υποστηρίζει τις ιδιωτικοποιήσεις. Ωστόσο, αυτό που είχε σημασία δεν ήταν σε ποιου την κατοχή βρίσκονταν στην πραγματικότητα οι μετοχές, αλλά εάν οι μάνατζερ αυτών των εταιρειών λειτουργούσαν ως παράγοντες του κράτους και εφάρμοζαν σοβαρά τους στόχους, που είχε θέσει ο Vl. Putin και άλλοι υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι ως εάν να ήταν εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία του δημοσίου.”

Παρά τον εναγκαλισμό της έννοιας της ιδιωτικοποίησης από τον Vl. Putin, επισημαίνει ο M. Goldman (‘Oilopoly’, Oxford: Oneworld, 2008), “ξεκίνησε να διεκδικεί ξανά τα δικαιώματα του δημοσίου είτε επανεθνικοποιώντας τις κρατικές εταιρείες είτε καταφεύγοντας διακριτικά – μερικές φορές όχι και τόσο – στον εκφοβισμό προκειμένου να πεισθούν να μετριάσουν τις προσδοκίες κέρδους προς όφελος γεωπολιτικών ή στρατηγικών σχεδιασμών. Επιδέξια αξιοποίησε τη δυναμική της Ρωσίας στο φυσικό αέριο και το πετρέλαιο προκειμένου να προωθήσει την οικονομική και πολιτική της ατζέντα.”

Eνίοτε οι προσπάθειές του έμοιαζαν να διαφέρουν λίγο από αυτό που τα σοβιέτ αποκαλούσαν ‘οικονομικό ιμπεριαλισμό’. Για τον M. Goldman (‘Oilopoly’, Oxford: Oneworld, 2008), “μια αντίστροφη μορφή οικονομικού ιμπεριαλισμού έχει ουσιαστικά λάβει χώρα εντός της Ρωσίας. Ύστερα από την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 κρίθηκε απαραίτητο να δοθούν άδειες σε ξένες εταιρείες ενέργειας γιατί οι ρωσικές δεν ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματα πετρελαίου μόνες τους. Όμως, όταν η Ρωσία και οι βιομηχανίες της ανέκαμψαν αρκετά οικονομικά ώστε να μη χρειάζονται τέτοια συνδρομή, οι κρατικές αρχές παρέκαμψαν τις σχετικές συμφωνίες και συμβόλαια. Στις μέρες του Λένιν, μπορεί να έμοιαζε ότι ο εξοβελισμός ξένων ιδιωτικών επιχειρήσεων ήταν απλά μια απάντηση στο παραδοσιακό κομμουνιστικό δόγμα. Όμως, από τη σκοπιά της μετα-κομμουνιστικής προεδρίας του Vl. Putin έχει μετατραπεί σε συνήθη πρακτική – περισσότερο μια μορφή εθνικιστικής παρά κομμουνιστικής πίεσης, που στέλνει ένα καθαρό μήνυμα. Σπάνια είναι η περίπτωση που ένας εκτελεστικός διευθυντής, Ρώσος ή αλλοεθνής θα τολμούσε να αψηφήσει τις κρατικές εντολές ή επιθυμίες. Μια δέσμευση με βάση συμβόλαιο σε επιχειρήσεις, που βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο ποτέ δεν αποτελούσε εγγύηση απόδοσης ούτε αποτρεπτικό παράγοντα για αυθαίρετη συμπεριφορά. Αυτό ίσχυε στη σοβιετική εποχή και είναι συχνό επί Vl. Putin.”

Ο A. Aslund (‘How Capitalism was built’, Cambridge University Press, 2007) προσθέτει πως “Καθεμιά από τις εταιρείες – ‘εθνικούς πρωταθλητές’, όπου το κράτος είχε πλειοψηφικό ποσοστό, με επικεφαλής έναν συνεργάτη του Vl. Putin, συνήθως από την KGB στην Αγία Πετρούπολη, είναι ιδανικά ένα μονοπώλιο και κατά κανόνα λιγότερο διαφανής από ιδιωτικές, εισηγμένες στο χρηματιστήριο (publicly traded). Εντοπιζόταν η τάση να αγοράζουν περισσότερα επενδυτικά αγαθά (assets) παρά να επενδύουν στα προηγούμενα. Η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων από κρατικούς αξιωματούχους θεωρούταν νόμιμη. Αποτέλεσμα ήταν να συρρικνωθεί η οικονομική ανάπτυξη και να επιδεινωθεί η διαφθορά. Η Ρωσία μεταμορφώθηκε από μια ημιδημοκρατική ολιγαρχία σε ένα συγκεντρωποιημένο αστυνομικό κράτος. H κακή σοβιετική πολιτεία αναζωογονήθηκε υπό την αιγίδα της KGB. Καλομαθαίνει όσους έχουν εξουσία με προνόμια, αλλά δεν εξασφαλίζει στους πολίτες κράτος δικαίου.”

Ο ίδιος συγγραφέας αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρικής θητείας του Vl. Putin, το διάστημα 2000-2003 η Ρωσία έμοιαζε να ολοκληρώνει τον μετασχηματισμό της σε οικονομία της αγοράς. “Χαρακτηριζόταν από σημαντικές αλλαγές, όπως η υιοθέτηση ενός νέου φιλελεύθερου φορολογικού κώδικα με λιγότερους και χαμηλότερους φόρους, η ανάπτυξη του Αστικού Κώδικα και ενός καινούριου για τους Δασμούς. Δρομολογήθηκε η σημαντική απελευθέρωση από την κρατική εποπτεία και ακολουθήθηκαν τα περισσότερα απαραίτητα βήματα για την ένταξη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (WTO). Οι ιδιωτικοποιήσεις προχώρησαν και η διαφθορά μειώθηκε.”

Ο Y. Gaidar (‘Collapse of an empire: lessons for modern Russia’, Washington, D.C.: Brookings Institution Press, 2007) συμφωνεί. “Την περίοδο 2000-2003 οικονομικές μεταρρυθμίσεις, συνολικά συνεπείς και αποτελεσματικές έκαναν τη βάση των ομοσπονδιακών σχέσεων πιο ανοιχτή και κατανοητή, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κατοχής γης, πέρασε εργατική νομοθεσία συμβατή με την αγορά και εφαρμόστηκε μια σειρά σημαντικών και χρήσιμων αλλαγών. Έμοιαζε σαν τα πιο σοβαρά προβλήματα καθ’ οδόν προς μια σταθερή ανάπτυξη της ρωσικής δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς να είχαν λυθεί.”

Παρ’ όλα αυτά, από το 2003-2004 υπήρχουν ανησυχητικά σημάδια. Η Ένωση Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (RUIE), που είχε κάποτε επιρροή, άρχισε να εξελίσσεται σε διακοσμητικό όργανο. H επιστροφή στη Μόσχα της αρμοδιότητας για τον διορισμό των κυβερνητών οδηγεί στη δημιουργία ενός συστήματος, που θα μπορούσε να αποκληθεί ‘κλειστή δημοκρατία’ ή ‘ήπια αυταρχικό’. Αρχικά, η στοιχειώδης κρατική εξουσία αποκαταστάθηκε. Οι τοπικοί κυβερνήτες αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν με τον ομοσπονδιακό νόμο. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Vl. Putin, σχεδόν όλες οι θεσμικές εξελίξεις παλινδρόμησαν. Σταδιακά, επέτρεψε στο κράτος ή τους πιστούς επιχειρηματίες να πάρουν τα ηνία όλων των μέσων με ουσία. Με την επιστράτευση μιας σειράς βρώμικων κόλπων, οι εκλογές σε όλα τα επίπεδα χειραγωγήθηκαν. Κατάφερε να πετύχει μια εντυπωσιακή αποθεσμοποίηση, αφήνοντας την προεδρία ως τον μόνο θεσμό με σημασία, με την υποστήριξη του μιντιακού μονοπωλίου και της μυστικής αστυνομίας. Ο πρόεδρος έμεινε να στέκεται μόνος μπροστά στους πολίτες αδιαμεσολάβητα, περίπου όπως οι τσάροι.”

Ο P. Hanson (‘Russia to 2020’, chathamhouse.org.uk, 2009) εκτιμούσε πως η Ρωσία είναι “σχετικά στενά συνδεδεμένη με την παγκόσμια οικονομία, αλλά θα μπορούσε ακόμη περισσότερο εάν οι οργανισμοί της ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Ο πλούτoς των φυσικών πηγών της ενέργειας, το μέγεθος της αγοράς της και η γρήγορη επέκτασή της το διάστημα ανάμεσα στις κρίσεις έχουν δημιουργήσει σε μεγάλο βαθμό διεθνές επιχειρείν ενάντια στους αποτρεπτικούς παράγοντες της υψηλής διαφθοράς, τα αβέβαια δικαιώματα ιδιοκτησίας, την ευημερία της διοίκησης και ένα αδύναμο κράτος δικαίου. Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη είναι ιδιαίτερα εύθραυστη για δύο λόγους. Πρώτον, όσοι ασχολούνται γνωρίζουν ότι η σταθερότητα και η προνοητικότητα στη νομοθεσία και την οικονομική πολιτική είναι ανεπαρκείς και δεύτερον, ότι οι εσωτερικές χρηματοοικονομικές αγορές είναι αδύναμες, οπότε το κίνητρο να τοποθετήσουν κεφάλαια σε εξωχώρια σημεία ενισχύεται.”

Ο P. Hanson παραδέχεται ότι “Πουθενά οι πολιτικοί δε θέλουν να βλέπουν θέσεις εργασίας να χάνονται επί διακυβέρνησής τους. Σε χώρες με κράτος δικαίου, μπορεί να επέμβουν με τη μορφή επιχορηγήσεων στις εταιρείες, που το χρειάζονται. Ωστόσο, το να παραινέσουν μια ιδιωτική επιχείρηση να επιδοτήσει με δικά της χρήματα την παραγωγή, αν και έχει ζημιές δεν αποτελεί επιλογή. Το ότι πολιτικοί στη Ρωσία δίνουν τέτοιες εντολές αποκαλύπτει ένα βασικό χαρακτηριστικό του πουτινικού συστήματος: την αντίληψη ότι το κράτος είναι το πραγματικό αφεντικό και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις απλά γίνονται ανεκτές. Ο διαφορετικός χαρακτήρας του ρωσικού κράτους φάνηκε στη δημόσια επίκριση γνωστών μεγιστάνων από τον Vl. Putin όταν ήταν πρωθυπουργός, συνοδευόμενη από ευθείες οδηγίες για συνέχιση της παραγωγής και επαναφορά των θέσεων εργασίας και των μισθών, ανεξάρτητα από τις ζημιές, που αυτό συνεπαγόταν.”

Με τις ρωσικές τράπεζες να έχουν ως βασικό μέτοχο το κράτος και στο χρηματιστήριο έναν περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται κυρίως στον τομέα των φυσικών πηγών ενέργειας και των ακατέργαστων υλικών, στις οποίες σε πολλές περιπτώσεις έχει δεσπόζουσα παρουσία το δημόσιο, ο T. Gustafson (‘Capitalism Russian-Style’, Cambridge University Press, 1999) αναφέρεται στην τάση Ρώσων πολιτικών να επικαλούνται ως παράδειγμα το ασιατικό μοντέλο αναπτυσσόμενων κρατών. “H εμπειρία από οικονομίες της Ασίας δεν παρουσιάζει αναλογίες με τη Ρωσία. Παρά τη συχνότητα του φαινομένου της διαφθοράς και του νεποτισμού (cronyism), πολλά από αυτά τα κράτη έχουν ικανοποιητικές διοικητικές δομές και καλά εκπαιδευμένους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Οι εξαγωγές τους δεν περιορίζονται στις ακατέργαστες ύλες – στην πραγματικότητα, η ιστορία του ασιατικού οικονομικού θαύματος αφορά τη σταθερή πορεία προς προϊόντα υψηλής αξίας μέσω μιας ολοένα και πιο εξελιγμένης τεχνολογίας και σε μεγάλο μέρος έχει συντονιστεί από την αποτελεσματική σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Η Ρωσία παρουσιάζει τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ασιατικής φόρμουλας, αλλά όχι τα θετικά. Οι μεγάλες ρωσικές κοινοπραξίες έτειναν να ενδιαφέρονται περισσότερο να αποκτήσουν διαστάσεις αυτοκρατορίας ή να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό παρά να επενδύσουν για να τα ανανεώσουν, μέσα από την αναδιάρθρωση της λειτουργίας τους ή την ανάπτυξη νέων προϊόντων. Στην οικονομία της Ρωσίας κύριο ρόλο έχουν οι εξαγωγές, όμως δεν υφίσταται μια ενεργητική στρατηγική με γνώμονα το μέλλον, που να περιλαμβάνει συνεργασία του κράτους με τη βιομηχανία. Η γραφειοκρατία, με εξαίρεση λίγους καταρτισμένους τεχνοκράτες στην κορυφή παρουσιάζει έλλειψη σύγχρονων ικανοτήτων και δεν είναι εξοικειωμένη με τις παγκόσμιες τάσεις και πρακτικές. Η σχέση ανάμεσα στο κράτος και τον ιδιωτικό τομέα είναι κατά κύριο λόγο απρόβλεπτη και ανταγωνιστική.” Επιπλέον, οι φυσικές πηγές ενέργειας, σύμφωνα με τον M. Goldman (‘Oilopoly’, Oxford: Oneworld, 2008), “έχουν λειτουργήσει περισσότερο ως σωσίβια λέμβος υποστήριξης μιας οικονομίας, που δεν είναι προσανατολισμένη στην αγορά και της βιομηχανίας της, παρά σαν ώθηση ανάπτυξης ενός παγκόσμιου βεληνεκούς, ανταγωνιστικού συμπλέγματος”.

To ρωσικό κράτος έμοιαζε στους αγγλοσάξονες ακαδημαϊκούς μέχρι και πριν μερικά χρόνια ταυτόχρονα συνεργάτης, συνεταίρος και ανταγωνιστής του νέου ιδιωτικού τομέα και η οικονομία να έχει χαρακτηριστικά τόσο αναπτυσσόμενης όσο και οργανωμένης οικονομίας της αγοράς, με τον Vl. Putin – παραφράζοντας τον T. J. Pempel – να έχει δώσει σαν Ιανός στη Ρωσία δύο πρόσωπα.

Comments are closed.

0 %